Με την προσφάτως δημοσιευθείσα υπ’ αριθμ. 2140/2025 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή η αίτηση δύο συμβασιούχων – εργαζόμενων στον Δήμο Ξάνθης, οι οποίοι απασχολούνταν στο πλαίσιο του προγράμματος του Δ.ΥΠ.Α (πρώην ΟΑΕΔ) που αφορά σε μακροχρόνια ανέργους 55 – 67 ετών (υποψήφιους συνταξιούχους), σύμφωνα με την με αριθμ. οικ. 28286/450/2017 ΚΥΑ (ΦΕΚ 207/Β/2017) με την ειδικότητα ΠΕ Διοικητικού η πρώτη ε’ αυτών και με την ειδικότητα ΔΕ Υπαλλήλων Γραφείου ο δεύτερος εξ’ αυτών. Στους συγκεκριμένους εργαζόμενους υπολείπονται λίγα έτη για να θεμελιώσουν δικαίωμα συνταξιοδότησης.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, βασιζόμενο στις συνταγματικές διατάξεις που προστατεύουν τις ευάλωτες ομάδες, όπως είναι η προστασία νεότητας, του γήρατος, της αναπηρίας και για την περίθαλψη των απόρων κ.λπ., έκρινε ότι ο σκοπός του σχετικού προγράμματος, που είναι ακριβώς η συμπλήρωση του απαιτούμενου συντάξιμου χρόνου του ωφελούμενου (εργαζόμενου), για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος και όχι να περιορίζεται η εργασία τους στο διάστημα των 24 μηνών (που στην πραγματικότητα είναι μόνο το επιχορηγούμενο από το ΔΥΠΑ διάστημα) τούτο διότι σε περίπτωση που οι δυνάμει αυτού απασχολούμενοι περιέλθουν εκ νέου σε καθεστώς ανεργίας, μετά τη λήξη της σύμβασής τους, ενόψει και της προχωρημένης ηλικίας τους, η οποία εξ αντικειμένου καθιστά δυσχερή την απορρόφησή τους στην αγορά εργασίας, θα επανέλθουν σε μια κατάσταση, η οποία θα καταστήσει δυσχερή έως αδύνατη τη συνταξιοδότησή τους.
Το σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 2140/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών: […] σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος: «Το κράτος … παίρνει ειδικά μέτρα για την προστασία της νεότητας, του γήρατος, της αναπηρίας και για την περίθαλψη των απόρων», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού» και τέλος σύμφωνα με την παρ. 3 αυτού: «Το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει». Με τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος θεσπίζονται τα κοινωνικά δικαιώματα της εργασίας, της προστασίας του γήρατος και της κοινωνικής ασφάλισης. Ειδικότερα, ως προς το δικαίωμα για εργασία (άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος) ναι μεν δεν θεμελιώνεται αξίωση για εξασφάλιση από το κράτος συγκεκριμένης αμειβόμενης θέσης εργασίας για τους πολίτες του, αλλά θεσπίζεται μιας γενικής φύσεως υποχρέωση αυτού (του κράτους) για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης για όσους επιθυμούν και μπορούν να εργασθούν, η δε σχετική συνταγματική διάταξη αποτελεί κανόνα δικαίου ως προς τη διασφάλιση δυνατοτήτων απασχόλησης, με τη διευκόλυνση των εργαζομένων να βρίσκουν αμέσως κενές θέσεις εργασίας, κατά τρόπο ώστε, εφόσον έχουν θεσπισθεί νομοθετικά και υλοποιηθεί στην πράξη κρατικές δράσεις με αντίστοιχο περιεχόμενο, να μην επιτρέπεται η ολοσχερής κατάργησή τους, με το δικαίωμα εργασίας να αποτελεί το κριτήριο μιας σύμφωνης προς το Σύνταγμα ερμηνείας των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας […] λαμβανομένης συγχρόνως υπόψη και της αρχής της ισότητας κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, υπό την έννοια της ουσιαστικής ή αναλογικής ισότητας, που επιτάσσει την όμοια μεταχείριση των όμοιων και την ανόμοια μεταχείριση των ανόμοιων καταστάσεων, η οποία περαιτέρω εξειδικεύεται ρητά μεταξύ άλλων διατάξεων και στη συνταγματική διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3 του Συντάγματος που καθιερώνει υποχρέωση του νομοθέτη για ευνοϊκότερες ρυθμίσεις υπέρ ορισμένων κατηγοριών προσώπων, άξιων ιδιαίτερης προστασίας, όπως είναι τα άτομα με αναπηρία, οι ηλικιωμένοι και οι άποροι. Στο πλαίσιο αυτό, το κοινωνικό δικαίωμα για κοινωνική ασφάλιση (άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος), το οποίο αποσκοπεί να προστατεύσει το άτομο από καταστάσεις όπως η αναπηρία και το γήρας, ομοίως δεν θεμελιώνει αγώγιμη αξίωση του πολίτη έναντι του κράτους για καθορισμένη κατ’ είδος και διάρκεια παροχή, ωστόσο θεσμοθετεί την υποχρέωση λήψης μέτρων ειδικής φροντίδας από το κράτος, δια των οποίων, Ιδίως σε περίπτωση γήρατος θα δύναται να διασφαλισθεί η θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος του πολίτη, κατά τρόπο ώστε και η διάταξη αυτή να αποτελεί τη βάση μιας σύμφωνης με το Σύνταγμα ερμηνείας των εκάστοτε θεσπιζόμενων διατάξεων της κοινής νομοθεσίας […]. Άλλωστε, το περιεχόμενο των παραπάνω κοινωνικών δικαιωμάτων έχει ληφθεί υπόψη και από το νομοθέτη τόσο στο πλαίσιο εκσυγχρονισμού και λειτουργίας του ΑΣΕΠ, και δη στο άρθρο 1 του ν. 4765/2021 (ΦΕΚ Α’ 6/15-1-2021) «Εκσυγχρονισμός του συστήματος προσλήψεων στον δημόσιο τομέα και ενίσχυση του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) και λοιπές διατάξεις.», με έναρξη ισχύος από 15-1-2021, όπου ρητά ορίζεται ότι: «Σκοπός του παρόντος είναι η αναμόρφωση του συστήματος προσλήψεων στον δημόσιο τομέα στην κατεύθυνση της βελτίωσης της ποιότητας και αποτελεσματικότητας του ανθρώπινου δυναμικού που στελεχώνει τον δημόσιο τομέα, με έμφαση στη διατήρηση και περαιτέρω εμπέδωση του κεκτημένου των αρχών της διαφάνειας, της αντικειμενικότητας και της αξιοκρατίας, καθώς και η ενίσχυση του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), ως Αρχής αρμόδιας για τις προσλήψεις στον δημόσιο τομέα.» (παρ. 1), καθώς και ότι «Αντικείμενο του παρόντος είναι η θέσπιση διαδικασίας πλήρωσης θέσεων με πανελλήνιο γραπτό διαγωνισμό και λοιπών διαδικασιών επιλογής προσωπικού του δημόσιου τομέα, ώστε να διασφαλίζονται η επιλογή των καταλληλότερων για τις προκηρυσσόμενες θέσεις υποψηφίων, καθώς και η ενδυνάμωση του ρόλου και της λειτουργίας του Α.Σ.Ε.Π. προς εξασφάλιση της ταχύτερης και αποτελεσματικότερης άσκησης των αρμοδιοτήτων του.» (παρ. 2), με ειδική όμως μνεία ότι στο άρθρο 2 παρ. 2 του Ιδίου ως άνω νόμου ότι δεν υπάγονται στις διατάξεις των Μερών Β’ και Γ’ αυτού, ήτοι στις διατάξεις που αφορούν στην πλήρωση θέσεων με πανελλήνιο γραπτό διαγωνισμό και στην πλήρωση θέσεων προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για κάλυψη απρόβλεπτων, επειγουσών και παροδικών αναγκών, αντίστοιχα «ιη. Το προσωπικό που απασχολείται σε Δήμους, περιφέρειες ή άλλες δημόσιες υπηρεσίες σε εκτέλεση προγραμμάτων κοινωφελούς χαρακτήρα, ή ειδικών προγραμμάτων απασχόλησης ανέργων, που καταρτίζονται ή υλοποιούνται από τον Ο.Α.Ε.Δ. ή το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων» – ρύθμιση η οποία ίσχυε και επί του προγενέστερου νομοθετικού καθεστώτος των άρθρων 1 και 14 παρ. 2 περ. ιθ Ν. 2190/1994 με τίτλο «Σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης» όσο και στο άρθρο 4 της Πράξης 33 της 27ης Δεκεμβρίου 2006 του Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α’ 280/28-12-2006) με τίτλο Αναστολή Διορισμών και Προσλήψεων στο Δημόσιο Τομέα, όπως η παρ. 1 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 4275/2014, σύμφωνα με το οποίο εξαιρείται από την αναστολή προσλήψεων μεταξύ άλλων και «κα) το προσωπικό που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ.»
Από την ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων σε συνδυασμό με τις διατάξεις 21 παρ. 3 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, συνάγεται ότι στο πλαίσιο της ειδικώς θεσπιζόμενης συνταγματικής προστασίας των αναπήρων, του γήρατος, των απόρων και της κοινωνικής ασφάλισης των πολιτών -στην τελευταία εμπεριέχεται και η εξασφάλισης της συνταξιοδότησης τους ως μοναδικού πόρου διαβίωσης τους, όπως ήδη παραπάνω αναφέρθηκε- η πρόσληψη αυτών μεταξύ άλλων φορέων και από Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στο πλαίσιο προγραμμάτων που υλοποιούνται από τη Δ.ΥΠ.Α (πρώην ΟΑΕΔ), εξαιρείται από τον έλεγχο του ΑΣΕΠ και της αναστολής προσλήψεων, διότι δια των προγραμμάτων αυτών υλοποιείται η κατά τα ανωτέρω συνταγματικώς θεσπισμένη ειδική προστασία των προαναφερόμενων κατηγοριών πολιτών.
Υπό το πρίσμα αυτό, εκδόθηκε η με αρ. οικ. 28286/450/2017 ΚΥΑ (ΦΕΚ 2307/817-7-2017) με την οποία θεσπίσθηκε πρόγραμμα επιχορήγησης επιχειρήσεων, φορέων και οργανισμών του δημοσίου τομέα, όπως αυτός ορίζεται από το άρθρο 51 του ν. 1892/1990 και επιχειρήσεων της τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού (Δήμων και Περιφερειών) του ν. 3852/2010, οι οποίες ασκούν τακτικά οικονομική δραστηριότητα για την απασχόληση μακροχρόνια ανέργων ηλικίας 55-67 ετών. Ενώ στη συνέχεια, με τη με αρ. οικ. 28011/635/2020 ΚΥΑ (ΦΕΚ 2855ΙΒΙΙ 3-7-2020), προστέθηκαν του προγράμματος αυτού, μεταξύ άλλων και οι ΟΤΑ α’ και β’ βαθμού (βλ. άρθρο 1 αυτής). Με τις προαναφερόμενες ΚΥΑ, αφού λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι το υλοποιούμενο πρόγραμμα θα προσφέρει στους ωφελούμενούς του, προσληφθέντες με αυτό, μακροχρόνια άνεργους, ηλικίας 55 έως 67 ετών που έχουν αποκοπεί από την αγορά εργασίας, απασχόληση, εξυπηρετώντας ταυτόχρονα το δημόσιο συμφέρον δια της παροχής της εργασίας τους στους ως άνω φορείς (βλ. αρ. 25 στο προοίμιο της 28286/450/2017 ΚΥΑ) και ρητά καθορίστηκε ως στόχος του σχετικού προγράμματος η δημιουργία των απαριθμούμενων σε αυτό θέσεων εργασίας πλήρους απασχόλησης για την απασχόληση ανέργων ηλικίας 55 ετών έως 67 ετών, καθώς μετέπειτα και ανέργων άνω των 67 ετών και έως 74 ετών που δεν έχουν συμπληρώσει τον απαιτούμενο συντάξιμο χρόνο για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος […], προβλέφθηκε, στο πλαίσιο του σχετικού προγράμματος της Δ.ΥΠ.Α (πρώην ΟΑΕΔ), η δυνατότητα πρόσληψης της προαναφερόμενης κατηγορίας πολιτών και από οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης α’ βαθμού, με διάρκεια επιχορήγησης της εργασίας τους — κατά ποσοστό 75% μηνιαίως του μισθολογικού και μη μισθολογικού κόστους της – από τη Δ.ΥΠ.Α για δώδεκα (12) μήνες και με δυνατότητα επέκτασης της σύμβασής τους για άλλους δώδεκα (12) μήνες […], για εργασία στον δημόσιο τομέα. Από την ως άνω με αρ. οικ. 28286/450/2017 ΚΥΑ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, σαφώς συνάγεται ότι το σχετικό πρόγραμμα απασχόλησης αποσκοπούσε στην ένταξη των ως άνω μακροχρόνια άνεργων αρχικώς ηλικίας 55 ετών έως 67 ετών και μετέπειτα άνω των 67 ετών και έως 74 ετών, στην αγορά εργασίας, προκειμένου να επιτύχουν τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος.
Ο δε περιορισμός της χρονικής διάρκειας της απασχόλησης κάθε ωφελούμενου (εργαζόμενου) μόνο για είκοσι τέσσερις συνολικά μήνες, εφόσον μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα ο ωφελούμενος δεν θεμελίωνε σχετικό συνταξιοδοτικό δικαίωμα, ουδόλως εξυπηρετεί τον ως άνω σκοπό της ΚΥΑ, ευρισκόμενος σε προφανή αντίθεση με αυτόν, αλλά και τις διατάξεις 21 παρ. 3 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος και τούτο διότι σε περίπτωση που οι δυνάμει αυτού απασχολούμενοι περιέλθουν εκ νέου σε καθεστώς ανεργίας, μετά τη λήξη της σύμβασής τους, ενόψει και της προχωρημένης ηλικίας τους, η οποία εξ αντικειμένου καθιστά δυσχερή την απορρόφησή τους στην αγορά εργασίας, θα επανέλθουν σε μια κατάσταση, η οποία θα καταστήσει δυσχερή έως αδύνατη τη συνταξιοδότησή τους.
Άλλωστε, τέτοιο συμπέρασμα δεν απορρέει ούτε από το σχετικό άρθρο 6 παρ. 3 της ως άνω ΚΥΑ 28286/450/2017, όπως ίσχυε κατά τη θέσπισή της, αλλά και μετά την τροποποίησή της από την ΚΥΑ 28011/635/2020 και τούτο διότι από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου αυτού, καθίσταται σαφές ότι το απώτατο χρονικό διάστημα των είκοσι τεσσάρων συνολικά μηνών, αφορά μόνο την υποχρέωση επιδότησης του εργαζόμενου από την Δ.ΥΠ.Α και όχι τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας του τελευταίου, η εξακολούθηση της οποίας και μετά το ως άνω χρονικό σημείο ουδόλως απαγορεύεται ρητώς από το άρθρο αυτό. Επομένως, από το σκοπό του σχετικού προγράμματος που είναι ακριβώς η συμπλήρωση του απαιτούμενου συντάξιμου χρόνου του ωφελούμενου (εργαζόμενου), για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, υπό το ερμηνευτικό πρίσμα των προαναφερόμενων συνταγματικών διατάξεων, δίδεται μια ουσιαστική κατεύθυνση για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας που δημιουργούνται από αυτό, μέχρι το οριστό χρονικό σημείο της συνταξιοδότησης κάθε εργαζομένου, εφόσον ο εργοδότης του επιθυμεί τη συνέχιση των συμβάσεων αυτών και μετά το επιδοτούμενο χρονικό διάστημα των συνολικά είκοσι τεσσάρων μηνών.
Συνεπώς, για τις συμβάσεις αυτές, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, δεν έχει εφαρμογή η απαγόρευση συνέχισής τους βάσει των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 36 ν. 4765/2021, αφού η απορρέουσα από τα άρθρα 21 παρ. 3 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος ανάγκη ειδικής προστασίας του γήρατος και του δικαιώματος κοινωνικής ασφάλισης των πολιτών, που εμπεριέχει τη δυνατότητα συνταξιοδότησής τους, υπερισχύει της απαγόρευσης των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 36 ν. 4765/2021, συνεκτιμωμένης προς τούτο και της αναφερόμενης ανωτέρω απορρέουσας από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικής ισότητας, διότι η κατά τα ανωτέρω ρυθμιζόμενη δια της 28286/450/2017 ΚΥΑ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, περίπτωση απασχόλησης ατόμων προς θεμελίωση δικαιώματος συνταξιοδότησης, αφορούσε σε ειδικώς και περιοριστικώς καθοριζόμενες ηλικιακές ομάδες πολιτών, για τις οποίες υπολείπεται μικρό χρονικό διάστημα για τη συνταξιοδότησή τους, προς το σκοπό διασφάλισης της ικανότητας αντιμετώπισης των βιοτικών αναγκών τους, όταν περιέλθουν σε κατάσταση γήρατος (πρβλ. συναφή προβληματισμό στην περίπτωση ατόμων με ανάγκες ΑΠ 531/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι απασχολούνταν από την λήξη της σύμβασής τους μέχρι σήμερα δυνάμει προσωρινής διαταγής του Προέδρου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
https://www.epoli.gr/symbasioyxoi_dypa_simantiko_skeptiko_dikastirioy-a-200710.html