Η ένδικη διαφορά ξεκίνησε ύστερα από προφορική απόλυση εργαζομένου – οδηγού τουριστικού λεωφορείου ύστερα από 18 έτη εργασίας από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας – τουριστικής – μεταφορικής η οποία έπαψε να αποδέχεται την εργασία του οδηγού τον Φεβρουάριο του 2019. Η εργοδότρια εταιρεία του απέστειλε την ίδια ημέρα Εξώδικη Δήλωση όπου του ανέφερε για δήθεν τέλεση παράνομων πράξεων από τον οδηγό. Κατά την προσφυγή του οδηγού στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας Παλλήνης κατά τη συζήτηση της διαφοράς τον Ιούνιο του 2019, η εταιρεία επέμεινε στις θέσεις της και επεσήμανε πως δεν επιθυμεί την επιστροφή του εργαζομένου στην εργασία. Αφού δεν βρέθηκε συμβιβαστική λύση στην Επιθεώρηση Εργασίας ο εργαζόμενος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εργατικών Διαφορών) την από 19.7.2019 αγωγή του η δικάσιμος της οποίας προσδιορίστηκε για τις 17.09.2019. Μόλις πέντε ημέρες πριν το δικαστήριο ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 11.9.2019 Μήνυση σε βάρος του εργαζομένου για το άκρως απαξιωτικό έγκλημα της κατάχρησης ανηλίκων, του άρθρου 342 § 3 του ΠΚ και την ίδια ημέρα προέβη στην τυπική «καταγγελία» της σύμβασης εργασίας μου στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης ένεκα της ασκηθείσας μήνυσης.
Την 17.9.2019 συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η Αγωγή του εργαζομένου επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 716/2020 μη οριστική Απόφαση που ανέβαλε τη συζήτηση της αγωγής του μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία επί της από 11.9.2019 Μήνυσης της εταιρείας εναντίον του.
Την 16η/10/2024 εκδικάστηκε η σε βάρος του κατηγορία από το αρμόδιο ΙΒ΄ Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών όπου ο εργαζόμενος, ύστερα και από αθωωτική πρόταση της Εισαγγελέως της Έδρας, κηρύχθηκε αθώος δυνάμει της υπ’ αριθμ. 477/2024 απόφασης του ως άνω δικαστηρίου καθόσον καμία από τις αποδιδόμενες σε αυτόν πράξεις δεν στοιχειοθετήθηκε και αποδείχθηκε ενώπιον του δικάσαντος Ποινικού Δικαστηρίου καθώς όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας από την πλευρά της εργοδότριας εταιρείας έπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις, ενώ το δικαστήριο δέχθηκε ότι κατέθεσαν για να ευνοήσουν την εργοδότρια εταιρεία. Η υπ’ αριθμ. 477/2024 ποινική απόφαση κατέστη αμετάκλητη.
Ύστερα από μήνυση που είχε κάνει το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας κατόπιν καταγγελίας του εργαζομένου, την 13.10.2025 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρείας κηρύχθηκε ένοχος από το Η’ Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δυνάμει της υπ’ αριθμ. 3539/2025 απόφασης του για μη καταβολή αποζημίωσης απόλυσης σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών και χρηματική ποινή 2.000 ευρώ.
Την 24.09.2025 έγινε επανάληψη της συζήτησης της Αγωγής και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ 1437/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η Αγωγή του εργαζομένου υποχρεώνοντας την εναγόμενη τουριστική – μεταφορική ανώνυμη εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα εργαζόμενο την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης με τον νόμιμο τόκο από την πραγματική ημερομηνία απόλυσης του, ήτοι την 11.02.2019 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση καθώς και την δικαστική δαπάνη του τελευταίου κηρύσσοντας εν συνόλω την διάταξη του αυτή προσωρινά εκτελεστή.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο εργαζόμενος μετά την αθώωσή του από το ΙΒ΄ Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, κατέθεσε κατά του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρείας Αγωγή αποζημίωσης για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις παράνομες πράξεις του εργοδότη σε βάρος του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη Τακτική Διαδικασία, αξιώνοντας το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ από το νόμιμο εκπρόσωπο της εργοδότριας εταιρείας.


